| Θεός - Εξουσία - Διαιτητής | |||
|
|
Η μεταφυσική ανησυχία συνοδεύει τον άνθρωπο από τα πρώτα βήματά του. Πιστεύει πως πέρα απ’ αυτόν, πάνω απ’ αυτόν υπάρχει μια ανώτατη δύναμη. Γι’ αυτό στη πρώτη ιστορική φάση του θεοποιεί τα πάντα. Είναι ζωτική ανάγκη για τον άνθρωπο να πιστεύει. Να πιστεύει στην ύπαρξη μιας ανώτερης δύναμης, ενός ανώτερου όντος, το οποίο ενδιαφέρεται γι’ αυτόν και επηρεάζει θετικά τη ζωή του. Ο Θεός αποτελεί για τον άνθρωπο ένα στήριγμα στις δύσκολες στιγμές του. Πηγή ελπίδας και γι’ αυτό ζητά τη συνδρομή Του στις προσευχές του. Υπάρχουν στιγμές στη ζωή όπου και ο πιο δυνατός άνθρωπος λυγίζει, όπου βρίσκεται μόνος, αβοήθητος. Σε τέτοιες στιγμές είναι ευεργετική η πίστη στην ύπαρξη του Θεού, που αναπτερώνει το ηθικό και δίνει κουράγιο για μια συνέχεια. Η πίστη στο Θεό κάνει τον απελπισμένο να αισθάνεται πως δεν έχουν ακόμη τελειώσει όλα, τον άρρωστο πως θα βρει την υγειά του, τον οικονομικά καταστρεμμένο πως θ’ ανορθωθεί και τον νέο να προχωρεί – παρά τις δυσκολίες – προς τον ορίζοντα της νίκης του. Τέτοια είναι η δύναμη του Θεού. Τέτοια κι ακόμη περισσότερη, αστείρευτη. Αυτό επιβεβαιώνεται από το γεγονός της θρησκείας. Μιας θρησκείας που δημιουργείται από την πίστη. Στο χριστιανικό κόσμο, η πίστη σε μια Δεύτερη Παρουσία, κατά την οποία θα γίνει η μεγάλη κρίση και ο Δικαιοκρίτης θα κρίνει τους πάντες κατά τα έργα τους, έκανε τους ανθρώπους πιο ευλαβείς. Να αποφεύγουν την αμαρτία για να μη χάσουν τη σωτηρία. Είναι γεγονός ότι ο φόβος ενός απροειδοποίητου διαχωρισμού των ανθρώπων σε καλούς και κακούς λειτούργησε εξηθικευτικά. Περιόριζε την αγριότητα και καλλιεργούσε την αγιότητα. Γι’ αυτό η θρησκεία, παρά τις στρεβλώσεις έπαιξε ρόλο εξημερωτικό. Όταν λοιπόν ο Βολταίρος διατύπωνε τη φράση «Αν δεν υπήρχε Θεός, θα έπρεπε να εφεύρουμε ένα Θεό;» δεν είχε κατά νου μόνο το μεταφυσικό πρόβλημα. Είχε κυρίως το πρόβλημα της κοινωνικής, πολιτικής και όποιας άλλης σχέσης. Αν οι άνθρωποι δεν έχουν φόβο Θεού, δεν έχουν ούτε φόβο αρχόντων. Δεν σέβονται καμιά εξουσία. Συνεπώς, κανένα σύστημα δεν μπορεί χωρίς φόβο Θεού να στηριχθεί. Άλλωστε επί αιώνες έχει διαμορφωθεί η πολιτικοθεολογική αντίληψη του «πάσα εξουσία εκ Θεού». Από τη στιγμή που οι άνθρωποι θ’ άρχιζαν ν’ αμφισβητούν τη εξουσία του ΘΕΟΥ, θα αμφισβητούσαν και την εξουσία των ανθρώπων: του αρχηγού, του αφεντικού, του προϊσταμένου, του δασκάλου, του πατερά του Διαιτητή κλπ. Μια εξουσία να παρουσιάζεται, ως συνεκτικός δεσμός μέσα στον αγωνιστικό χώρο, μεταξύ των παικτών και του Διαιτητή χάριν αντικειμενικών σκοπών, δηλαδή την προστασία των παικτών, την αντιμετώπισή τους υπό το πρίσμα της ισότητας και τη διασφάλιση του υψηλού κύρους του αγώνα, με άλλα λόγια αυτό που ο Πρόεδρος της ΟΥΕΦΑ κ. Michel Platini διεμήνυσε στο σεμινάριο των elite Διαιτητών τον περασμένο Σεπτέμβρη περί προστασίας της εικόνας του παιχνιδιού. Γενικά η εξουσία και κυρίως η άσκησή της, προνοήθηκε από το Θεό ως διακόνημα για τον περιορισμό του κακού και τη προστασία του καλού. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι και οι άρχοντες είναι όργανα του Θεού. Κατά τον Ιερό Χρυσόστομο το θέλημα του Θεού εκφράζει την ύπαρξη της εξουσίας και όχι τους συγκεκριμένους άρχοντες. Το επίπεδο στο οποίο κινείται η διαιτητική εξουσία υπερβαίνει τα επιμέρους άτομα ακόμα κι αυτόν τον ίδιο το Διαιτητή που την εφαρμόζει (την εξουσία). Γι αυτό και οι παίκτες ενώ αποδέχονται την εξουσία δεν στηρίζουν ή δεν στηρίζονται στους Διαιτητές. Πρέπει να ξεχωρίσουμε τα πράγματα και να αποδώσουμε «τα του καίσαρος τω Καίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ». Άλλο εξουσία, άλλο εξουσιαστής. Άλλο κανονισμός, άλλο Διαιτητής. Η εφαρμογή του κανονισμού είναι εκείνο που προσδιορίζει την ικανότητα του Διαιτητή. Δηλαδή ο τρόπος της εφαρμογής από το Διαιτητή διαχωρίζει κλιμακωτά τα επίπεδα του Διαιτητή. Γι αυτό τονίζω ότι ο Διαιτητής δεν εφαρμόζει αλλά χρησιμοποιεί τον κανονισμό έχοντας κατά νου δύο στόχους: Α.- την προστασία του κύρους του αγώνα που ορίσθηκε ή κληρώθηκε να διευθύνει και Β.- την προστασία της διαιτητικής του προσωπικότητας. Και για να γίνουν πιο κατανοητά αυτά που εσείς τώρα διαβάζετε, ρωτήστε αυτούς που είναι Διαιτητές ή θυμηθείτε εσείς που είστε ήδη Διαιτητές, πως εφαρμόζατε τον κανονισμό όταν ήσασταν Γ΄ κατηγορίας και πως όταν γίνατε Δ, Γ, Β κλπ Εθνικής κατηγορίας. Άλλη φιλοσοφία τότε, άλλη τώρα. Πάντοτε όμως κάτω υπό το πρίσμα μιας επιτυχούς διαιτησίας άσχετα αν καμιά φορά αυτό δεν «έβγαινε». Η διαιτητική εξουσία είναι συμβατική. Ανήκει στον έναν και κάθε αγώνα που έχει αρχή και τέλος. Μετά το τέλος, αυτή η εξουσία παύει. Αυτό όμως δεν αναιρεί τη σχετική αξία της. Ο κανονισμός είναι σαφής προτρέπει, διατάζει όλους τους εμπλεκόμενους του αγώνα να υποτάσσονται αδιαμαρτύρητα στην εξουσία του Διαιτητή γιατί αυτό απαιτεί η λογική ύπαρξης του ποδοσφαίρου. Κάποιος πρέπει να διευθύνει, με όποια λάθη. Αυτό δεν σημαίνει εξαγιασμό της εξουσίας, αλλά παραδοχή της χρησιμότητάς της για την διασφάλιση του κύρους του αγώνα και τη προστασία της σωματικής ακεραιότητας των παικτών. Αν γενικά η ποινή που επιβάλλεται από τον Διαιτητή σημαίνει για το παίκτη ή την ομάδα «θάνατος», σκληρότητα, ειδικά η αποβολή ή το πέναλτι τότε: όπως ο θάνατος παραχωρήθηκε από το Θεό ως ευεργεσία για να μη μένει ο άνθρωπος αιώνια στην αμαρτία, έτσι παραχωρήθηκε και η εξουσία του Διαιτητή για να μην υπάρχει αναρχία και ατομική αυθαιρεσία μέσα στον αγωνιστικό χώρο. Η διαιτητική εξουσία δεν καταδυναστεύει, ούτε περιορίζει, αντίθετα απελευθερώνει τον παίκτη ο οποίος με τη σειρά του δεν πρέπει να αισθάνεται δούλος ή υποτακτικός του Διαιτητή. Ο παίκτης οφείλει και πρέπει να ζει το παιχνίδι και να δεικνύει το ταλέντο του μέσα από την ελευθερία των κινήσεων που του παρέχει η προστατευτικότητα της διαιτητικής εξουσίας. Με άλλα λόγια τον προστατεύει από τους κακούς και αυθαίρετους παίκτες, τους επιρρεπείς στη παράβαση και την αντικανονικότητα, που οδηγούνται σ’ αυτές εξ αιτίας της ανικανότητας ή της ατάλαντης ικανότητας τους. Η πειθαρχία στη διαιτητική εξουσία έχει τα όρια της και νοείται ως «υποταγή» στις απαιτήσεις του κοινού καλού για το ποδόσφαιρο. Η διαστρέβλωση του κοινού καλού για το ποδόσφαιρο στο όνομα της πειθαρχίας στην εξουσία του Διαιτητή είναι ασυμβίβαστη προς το πνεύμα του κανονισμού. Πάντως ο καθορισμός από τον κανονισμό των ορίων της εξουσίας δεν εγκαταλείπεται στην αυθαιρεσία των Διαιτητών, αλλά ελέγχεται από τη συνείδηση των παικτών, των παραγόντων, του φιλάθλου κόσμου κυρίως όμως από τη συνείδηση των Συναδέλφων.
Νεότερα Άρθρα απο αυτό που διαβάζετε:
Παλαιότερα Άρθρα απο αυτό που διαβάζετε:
|
You need to login or register to post comments.



«Αν δεν υπήρχε Θεός, θα έπρεπε να εφεύρουμε ένα Θεό;» Βολταίρος.






















